Τη δεκαετία του ‘60, το φαινόμενο της αντιπαροχής έκανε την εμφάνισή του, παίρνοντας ανεξέλεγκτες διαστάσεις.
Αυτό έγινε διότι: Τροποποιήθηκε ο "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός", δίνοντας κίνητρα στους μικρο - ιδιοκτήτες οικοπέδων αλλά και στους εύπορους επιχειρηματίες που είχαν τα λεφτά τους να "κάθονται".
Εκείνη την εποχή άρχισε να αναπτύσσεται το επιχειρηματικό "δαιμόνιο" του Έλληνα, και όχι μόνον.
Πολλές ανύπαντρες κοπέλες, (ταπεινής, επί το πλείστον καταγωγής), της εποχής εκείνης: Φορούσαν τα καλά τους, φόρτωναν τα χέρια τους με βαρύτιμα δακτυλίδια και πετράδια και πήγαιναν στις νεόδμητες οικοδομές για να αγοράσουν, υποτίθεται, κάποιο από τα σύγχρονα αστικά διαμερίσματα.
Αντικειμενικός σκοπός: Η γνωριμία με τον κατασκευαστή ή τον πολιτικό μηχανικό του κτιρίου, μήπως προκύψει ένας καλός γάμος με γόνο εύπορης οικογένειας (ή τουλάχιστο με πτυχιούχο μηχανικό του Ε. Μ. Π.)
ή, έστω το χτίσιμο, επί αντιπαροχή, του μικρού οικοπέδου, που η κοπέλα πήρε προίκα, ή θα πάρει προίκα. (βλ. σχετικές γελοιογραφίες του Μέντη Μποστ περί «απόρου κορασίς»).
Στη δεύτερη περίπτωση: Πριν τα τελικά συμβόλαια, λάμβανε χώρα η υπογραφή του εργολαβικού συμβολαίου.
Για τα καλορίζικα: Οι οικοπεδούχοι έφερναν στο συμβολαιογραφείο ένα κουτί γλυκά να κεράσουν.
Το πιο συνηθισμένο γλυκό που κερνούσαν, ήταν το μακαρόν.
Οι λόγοι:
1) Το μακαρόν ήταν φθηνό γλυκό (διατίμησης θα μπορούσαμε να πούμε),
2) Ήταν ελαφρύ, ένα κιλό «έβγαζε» αρκετά κομμάτια,
3) Όλα τα ζαχαροπλαστεία διέθεταν αρκετούς εργολάβους, λόγω της μεγάλης ποσότητας ασπραδιών που τους περίσσευε από άλλες παρασκευές
4) Ήταν “καθαρό” γλυκό (χωρίς ζάχαρες, σιρόπια, σοκολάτα) και δεν χρειαζόταν κουταλάκια και πιατάκια για να σερβιριστεί.
5) Δεν μπαγιάτευε εύκολα.
Στο μεταξύ: Σε ένα εργολαβικό συμβόλαιο, εκτός από τους οικοπεδούχους και το δικηγόρο τους, παίρνουν μέρος:
Ο κατασκευαστής (εργολάβος) και ο δικηγόρος του, ο συμβολαιογράφος και η δακτυλογράφος του, ο πολιτικός μηχανικός, ο αρχιτέκτονας, κάποιοι συγγενείς, κ.λ.π.
Την επομένη μέρα: Το ίδιο κουτί, με τα υπόλοιπα μακαρόν, έκανε την εμφάνιση του στην οικοδομή, με τους οικοπεδούχους να προσφέρουν γλυκάκι στους εργάτες.
Από τότε: Τα "μακαρόν" στην Ελλάδα, άλλαξαν όνομα. Έγιναν "εργολάβοι".
Ας κάνουμε μια (επιλεκτική) αναδρομή στην πρόσφατη μαγειρική βιβλιογραφία (Ξενόγλωσση και Ελληνική), να δούμε τι αναφέρει για τα μακαρόν.
Ξενόγλωσση βιβλιογραφία
1) Το 1861: Η Isabella Beeton αναφέρει, στην εισαγωγή του κεφαλαίου της για τα κέικ και τα μπισκότα, ότι τα ξεφλουδισμένα άσπρα αμύγδαλα είναι αρκετά φθηνά, ώστε να τα έχουμε σπίτι μας αγορασμένα, σε μεγάλη ποσότητα, από ένα καλό ζαχαροπλαστείο, ώστε όταν μας περισσεύουν ασπράδια αυγών να φτιάχνουμε ορισμένα γλυκά όπως τα μακαρόν.
Στη συνέχεια, μερικές σελίδες παρακάτω, δίνει την συνταγή των μακαρόν, που είναι απλά μπισκότα από αμύγδαλο, ζάχαρη και ασπράδι αυγού. (βλέπε φωτό).
2) Το 1902: Η πρώτη μαγειρική της CORDON BLEU αναφέρει αρκετές εκδοχές του μακαρόν: με σοκολάτα, με ξύσμα πορτοκαλιού ή κουρασάο, και άλλες.
3) Το ίδιο και το 1937: Ο Pellaprat, σαν καθηγητής, πλέον, της σχολής που αποφοίτησε, μας δίνει τις ίδιες συνταγές. (βλέπε φωτό)
4) Το 1972: αναφέρεται μόνο μια συνταγή για μακαρόν, σε διδακτικό βιβλίο μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής, μεγάλης σχολής του εξωτερικού. Και εκεί, επίσης, το μακαρόν είναι ένα απλό (όχι γεμιστό) μπισκότο.
Η Ελληνική μαγειρική βιβλιογραφία: από πολύ παλιά, αναφέρει τα μακαρόν, με αμύγδαλο, ασπράδια αυγών και ζάχαρη.
Δηλαδή, απλά μπισκότα και όχι γεμιστά με μαρμελάδα.
Το 1955, η συνταγή των μακαρόν δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά κάτω από τον τίτλο “εργολάβοι”, σε ελληνικό βιβλίο μαγειρικής. (βλέπε φωτό)
Και εκεί οι εργολάβοι αναφέρονται: σαν απλά μπισκότα και όχι γεμιστά. Στη ζύμη ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και ξύσμα λεμονιού.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί: η αναφορά του “εργολάβου” ως γλυκό, για πρώτη φορά σε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης. (βλέπε φωτό)
Έντεκα χρόνια αργότερα: Δημοσιεύεται εκ νέου η συνταγή σε βιβλίο για τη μαγειρική και ζαχαροπλαστική του Ελληνικού σπιτιού.
Εκεί: Η συγγραφέας του βιβλίου (καθηγήτρια οικιακής οικονομίας, μας άφησε χρόνους πρόπερσι), αντικαθιστά το ξύσμα λεμονιού με βανίλια.
Αλλά και πάλι, ο “εργολάβος” είναι ένα απλό μπισκότο, χωρίς γέμιση.
Μόλις, πριν από 20 χρόνια: δημοσιεύθηκε, σε ελληνικό βιβλίο ζαχαροπλαστικής, ο “εργολάβος” γεμιστός με μαρμελάδα βερίκοκο. (βλέπε φωτό)
Αρκετοί ζαχαροπλάστες: υιοθέτησαν τη συνταγή.
Και καλά έκαναν: Τώρα το προϊόν βάρυνε, και ενώ στο κιλό έβγαιναν 20 εργολάβοι, τώρα κολλώντας τους δύο – δύο με μαρμελάδα, βγαίνουν δε βγαίνουν 10 τεμάχια στο κιλό, ενώ αύξησαν και την τιμή.
Οι περισσότεροι ζαχαροπλάστες: Στην επαρχία, επί το πλείστον, συνεχίζουν ακόμα και σήμερα την παρασκευή των “εργολάβων” με τον παλιό, παραδοσιακό τρόπο.
Κι ας το λέει και ο Καθηγητής Γλωσσολογίας στο λεξικό του, ότι είναι γεμιστό γλύκισμα. (βλέπε φωτό).
Επίσης: τα μακαρόν δεν άλλαξαν όνομα γιατί τα προσέφεραν οι “κορτάκηδες” (“εργολάβοι”) στις κοπέλες που ήθελαν να κατακτήσουν, όπως λέει Καθηγητής Κλασσικής Φιλολογίας.
Και καλά ο πρώτος Καθηγητής.
Ο δεύτερος, που υπήρξε και μέλος επιτροπής που έκρινε βιβλία μαγειρικής, που βρήκε τη σχέση του κορτάκια με το μακαρόν;
Άραγε: Υπήρξαν ποτέ τόσο “φτηνοί” Έλληνες, κύριε καθηγητά μου, ώστε να προσπαθούν να φλερτάρουν μια κοπέλα δίνοντάς της ένα μακαρόν?
Ή μήπως υπήρξαν τόσο “φτηνές” Ελληνίδες που έπεσαν στην αγκαλιά ενός άντρα γιατί τους προσέφερε ένα μακαρόν….
Δικαιολογείται, άραγε: Όλες αυτές τις σάχλες να τις δημοσιεύει ένθετο μαγειρικό έντυπο που θέλουν να το λένε και εγκυκλοπαίδεια, τρομάρα τους…